Αμερικανοί εισαγγελείς απηύθυναν κατηγορίες εναντίον πέντε Ρώσων για παραβίαση των κυρώσεων και άλλες παραβιάσεις που σχετίζονται με την αποστολή στρατιωτικών τεχνολογιών σε Ρώσους αγοραστές, οι οποίες είχαν πωληθεί από αμερικανούς κατασκευαστές, πολλές από τις τεχνολογίες αυτές κατέληξαν στο πεδίο της μάχης στην Ουκρανία.

Ομοσπονδιακοί εισαγγελείς στο Μπρούκλιν δήλωσαν ότι τα ηλεκτρονικά εξαρτήματα που αγόραζαν οι Ρώσοι πολίτες Γιούρι Ορέχοφ και Σβετλάνα Κουζουργκάσεβα, περιλάμβαναν ημιαγωγούς, ραντάρ και δορυφόρους. Μερικά από τα ηλεκτρονικά εξαρτήματα που αποκτήθηκαν μέσω του σχήματος βρέθηκαν σε πλατφόρμες ρωσικών όπλων που κατασχέθηκαν στην Ουκρανία, ανέφεραν οι εισαγγελείς.

Οι Ρώσοι χρησιμοποιούσαν μια γερμανική εταιρεία για να στέλνουν στρατιωτικές τεχνολογίες, όπως επίσης και πετρέλαιο από την Βενεζουέλα σε Ρώσους αγοραστές.

Ο Ορέχοφ συνελήφθη την Δευτέρα στην Γερμανία. Ένας άλλος Ρώσος που εμπλέκεται στην υπόθεση, ο Αρτιόμ Ούς, συνελήφθη στην Ιταλία. (Ο Αρτιόμ Ούς είναι γιός του κυβερνήτη του Κρανογιάρσκ Αλεξάντρ Ούς). Οι Ηνωμένες Πολιτείες ζήτησαν την έκδοσή του. Το πρακτορείο Reuters δεν μπόρεσε άμεσα να επικοινωνήσει με κανέναν από τους κατηγορούμενους για να αποσπάσει κάποιο σχόλιο.

«Θα συνεχίσουμε να ερευνούμε, να σταματούμε και να διώκουμε εκείνους που τροφοδοτούν τον κτηνώδη πόλεμο στην Ουκρανία, που αποφεύγουν τις κυρώσεις και διαιωνίζουν τη σκιώδη οικονομία του υπερεθνικού ξεπλύματος χρήματος», ανέφερε σε ανακοίνωσή του ο Μπρέον Πις, ο κορυφαίος ομοσπονδιακός εισαγγελέας στο Μπρούκλιν.

Επίσης, την Τετάρτη, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ επέβαλε κυρώσεις στον Ορέχοφ και σε δύο εταιρείες που ελέγχει, την Nord-Deutsche Industrieanlagenbau GmbH, επίσης γνωστή ως NDA, και την Opus Energy Trading LLC. Το υπουργείο Οικονομικών περιέγραψε τον Ορέχοφ ως πράκτορα προμηθειών και δήλωσε ότι ορισμένες από τις αποστολές στρατιωτικών και ευαίσθητων τεχνολογιών διπλής χρήσης σε Ρώσους χρήστες παραβίαζαν τους αμερικανικούς ελέγχους εξαγωγών.

Οι αμερικανικές τεχνολογίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μαχητικά αεροσκάφη, βαλλιστικούς και υπερηχητικούς πυραύλους, έξυπνα πυρομαχικά και άλλες εφαρμογές, ανακοίνωσε το υπουργείο Οικονομικών.

Οι κατηγορίες και οι κυρώσεις έρχονται την ώρα που η Ουάσινγκτον σκέφτεται να επεκτείνει τις κυρώσεις στη Ρωσία και να καταστείλει την φοροδιαφυγή για να πιέσει το Κρεμλίνο να σταματήσει την επέμβαση στην Ουκρανία.

Στην πρώτη του είδους της συγκέντρωση αξιωματούχων από 32 χώρες και τις Ηνωμένες Πολιτείες που πραγματοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα, η Ουάσινγκτον προειδοποίησε ότι ενδέχεται να επιβάλλει κυρώσεις σε άτομα, χώρες και εταιρείες που προωθούν στρατιωτικό εξοπλισμό στην Ρωσία ή υποστηρίζουν τον στρατιωτικο-βιομηχανικό της σύμπλεγμα.

«Γνωρίζουμε ότι αυτές οι προσπάθειες έχουν άμεσο αντίκτυπο στο πεδίο της μάχης, καθώς η απελπισία της Ρωσίας την οδήγησε να στραφεί σε κατώτερους προμηθευτές και ξεπερασμένο εξοπλισμό», δήλωσε ο αμερικανός αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γουόλι Αντεγιέμο.

Οι εισαγγελείς δήλωσαν ότι οι Ορέχοφ και Ούς είναι ιδιοκτήτες της εταιρείας NDA και τη χρησιμοποίησαν ως βιτρίνα για την αγορά των τεχνολογιών και την αποστολή τους σε Ρώσους τελικούς χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των εταιρειών που υπόκεινται σε κυρώσεις και ελέγχονται από τους Τιμοφέι Τελέγκιν και Σεργκέι Τουλιακόφ, δύο από τους άλλους Ρώσους υπηκόους εναντίον των οποίων ασκήθηκαν κατηγορίες την Τετάρτη.

Οι κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν ψεύτικες εταιρείες και κατέθεταν ψευδή στοιχεία σε αμερικανικές τράπεζες, οι οποίες διεκπεραίωσαν συναλλαγές αξίας δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων κατά παράβαση των κυρώσεων, δήλωσαν οι εισαγγελείς. Οι κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν επίσης κρυπτονόμισμα για τις συναλλαγές και για να ξεπλύνουν τα έσοδα που είχαν, δήλωσαν οι εισαγγελείς.

Ξεχωριστά την Τετάρτη, οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς στο Κονέκτικατ απήγγειλαν κατηγορίες σε τρία άτομα για παραβίαση των ελέγχων των εξαγωγών των ΗΠΑ, καθώς προσπαθούσαν να στείλουν στη Ρωσία ένα μηχάνημα λείανσης με υπολογιστή, γνωστό ως “jig grinder” – το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε προγράμματα διάδοσης πυρηνικών όπλων και άμυνας.

Τα άτομα – όλοι τους πολίτες της Λετονίας ή της Ουκρανίας – συνελήφθησαν από τις αρχές της Λετονίας ή της Εσθονίας κατόπιν αιτήματος των Ηνωμένων Πολιτειών, δήλωσαν οι εισαγγελείς.

Το πετρέλαιο της Βενεζουέλας

Οι Ορέχοφ και Ούςς χρησιμοποίησαν επίσης την NDA για να μεταφέρουν πετρέλαιο αξίας εκατομμυρίων βαρελιών από τη Βενεζουέλα σε αγοραστές στη Ρωσία και την Κίνα, συνεργαζόμενοι με δύο άλλους κατηγορούμενους, τον Χουάν Φερνάντο Σεράνο και τον Χουάν Κάρλος Σότο, για να μεσολαβήσουν στις συμφωνίες με την κρατική εταιρεία πετρελαίου της Βενεζουέλας PDVSA, στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν κυρώσεις το 2019.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο που έγινε γνωστό την Τετάρτη, οι Ορέχοφ και Ούς αγόραζαν «επανειλημμένα» πετρέλαιο από την PDVSA και το προμήθευαν σε μια εισηγμένη στο χρηματιστήριο ρωσική εταιρεία αλουμινίου που ελέγχεται από έναν Ρώσο δισεκατομμυριούχο και βιομήχανο.

Χωρίς να κατονομάζει την εταιρεία, το κατηγορητήριο ανέφερε ότι η εν λόγω εταιρεία βρισκόταν υπό αμερικανικές κυρώσεις από τις 6 Απριλίου 2018 έως τις 27 Ιανουαρίου 2019 – ημερομηνίες που συμπίπτουν με τις ημερομηνίες που επιβλήθηκαν κυρώσεις στη ρωσική εταιρεία αλουμινίου Rusal. Η Rusal ιδρύθηκε από τον Ρώσο δισεκατομμυριούχο Όλεγκ Ντεριπάσκα, ο οποίος αντιμετωπίζει και ο ίδιος κατηγορίες από τις ΗΠΑ για παραβίαση των κυρώσεων.

Η Rusal δεν ανταποκρίθηκε σε αίτημα για σχολιασμό μετά το ωράριο εργασίας στη Μόσχα. Ένας δικηγόρος του Ντεριπάσκα δεν απάντησε αμέσως σε αίτημα για σχολιασμό.

Ούτε η PDVSA ούτε το υπουργείο Πληροφοριών της Βενεζουέλας απάντησαν αμέσως σε αιτήματα για σχολιασμό.

Μετά τον αρχικό γύρο των αμερικανικών κυρώσεων κατά της PDVSA, η ρωσική Rosneft αναδείχθηκε σε βασικό διαμεσολαβητή για το αργό της Βενεζουέλας. Αφού η Ουάσινγκτον επέβαλε κυρώσεις σε θυγατρικές της Rosneft για τις συναλλαγές τους με την PDVSA, δεκάδες εταιρείες χωρίς ιστορικό στο εμπόριο πετρελαίου διαμεσολάβησαν στις πωλήσεις πετρελαίου της Βενεζουέλας σε Κινέζους αγοραστές.

Έρευνα του Reuters διαπίστωσε ότι πολλές από αυτές ήταν εγγεγραμμένες ως ιστοσελίδες στη Ρωσία.

Η αντίδραση της Μόσχας

Η Ρωσία θεωρεί ότι οι κατηγορίες που απαγγέλθηκαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες εναντίον πέντε Ρώσων υπηκόων για φερόμενες παραβιάσεις των αμερικανικών κυρώσεων αποτελούν προσπάθεια εκφοβισμού της επιχειρηματικής κοινότητας στη Ρωσία και στο εξωτερικό, δήλωσε σήμερα το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών.

Αμερικανοί εισαγγελείς κατηγόρησαν την Τετάρτη τους πέντε Ρώσους για παράκαμψη κυρώσεων και άλλες παραβιάσεις που σχετίζονται με την αποστολή στρατιωτικών τεχνολογιών σε Ρώσους αγοραστές, οι οποίες είχαν πωληθεί από αμερικανούς κατασκευαστές. Ορισμένα από τα ηλεκτρονικά εξαρτήματα που αποκτήθηκαν μέσω σχεδίου βρέθηκαν σε ρωσικές πλατφόρμες όπλων που κατασχέθηκαν στην Ουκρανία, δήλωσαν οι εισαγγελείς.

Ένα από τα άτομα που κατηγορούνται για την υπόθεση συνελήφθη στη Γερμανία και ένα άλλο συνελήφθη στην Ιταλία.

«Ο κυνισμός αυτής της κατάστασης είναι ότι πρόκειται για την αρπαγή ομήρων για περαιτέρω πολιτικά οφέλη», ανέφερε σε δήλωσή της η εκπρόσωπος Μαρία Ζαχάροβα.

«Θεωρούμε την κράτηση Ρώσων πολιτών … για την επακόλουθη έκδοσή τους στις ΗΠΑ ως συνέχεια της μεγάλης κλίμακας εκστρατείας της Ουάσινγκτον για τη σύλληψη Ρώσων για τους οποίους οι ΗΠΑ έχουν ‘αξιώσεις’, με σκοπό την επακόλουθη εγγυημένη καταδίκη τους από την αμερικανική τιμωρητική δικαιοσύνη σε μακροχρόνιες ποινές φυλάκισης», πρόσθεσε η ίδια.

Οι κατηγορίες διατυπώθηκαν καθώς η Ουάσινγκτον επιδιώκει να επεκτείνει τις κυρώσεις και την πίεση που ασκεί στο Κρεμλίνο για να σταματήσει την εισβολή στην Ουκρανία, την οποία η Μόσχα αποκαλεί «ειδική στρατιωτική επιχείρηση».

«Στο πλαίσιο της de facto εμπλοκής της Ουάσινγκτον στην Ουκρανία ως μέρος της σύγκρουσης, γίνεται άλλη μια προσπάθεια να σκηνοθετηθεί μια αναμέτρηση για τον εκφοβισμό της επιχειρηματικής κοινότητας στη Ρωσία και στο εξωτερικό» δήλωσε η Ζαχάροβα.

«Είναι σαφές ότι το κυνήγι των Ρώσων πολιτών από τις αμερικανικές υπηρεσίες επιβολής του νόμου και τις υπηρεσίες πληροφοριών θα ενταθεί. Τέτοιες εχθρικές ενέργειες δεν θα μείνουν φυσικά αναπάντητες», πρόσθεσε.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ